Ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ έχει μιλήσει ευθέως ότι η πολιτική ατζέντα της κυβέρνησης Σαμαρά έχει ακροδεξιό πρόσημο. Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η κυβέρνηση που αποτελείται από ακόμα δύο κόμματα, του ΠΑΣΟΚ που αυτοπροσδιορίζεται στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και της ΔΗΜΑΡ στον χώρο της αριστεράς, ότι θα έγερνε την πλάστιγγα σε μια πιο δημοκρατική πολιτική κατεύθυνση. Στον αντίποδα όμως αυτής της λογικής, η ροπή της κυβέρνησης είναι να επανασυντηρητικοποιήσει την ελληνική κοινωνία, να την τρομοκρατήσει και να “σπάσει” τις όποιες αντιδράσεις ως επιβλαβείς για την αναδιάρθρωση και την εκπλήρωση του νεοφιλελεύθερου πλάνου ανάκαμψης της οικονομίας.
Σε αυτόν τον τρικομματικό σχηματισμό, η ΔΗΜΑΡ ενσωματώνεται και δεν εκφράζει αντιδράσεις για τις πρακτικές καταστολής των απεργιών, των καταλήψεων και για τα αποκαλυπτικά βασανιστήρια συλληφθέντων. Πληρώνει σθεναρά το κόστος συνεργασίας, χάνοντας το “αριστερά”, ακόμη και το “δημοκρατική”. Η ΝΔ με σταδιακό τρόπο απορροφά τις φιλοαριστερές εσωκυβερνητικές αντιλήψεις, δημιουργώντας η ίδια την ένταση και στη συνέχεια την καταστέλλει ως έννομη δύναμη. Αυτή η πολιτική προσδοκά να χτυπήσει σε πολλαπλά σημεία την κοινωνία και τον ΣΥΡΙΖΑ, ως απειλή συνολικότερα του πολιτικού κατεστημένου.
Ποια είναι αυτά τα σημεία:
Εξίσωση των δύο άκρων
Σίγουρα η κυβέρνηση θα ευελπιστούσε να έχει μπολιαστεί στην ημερήσια ατζέντα του κάθε πολίτη ότι αυτή η εξίσωση είναι πραγματική και κατατάσσει στα άκρα τον ΣΥΡΙΖΑ και την Χρυσή Αυγή. Παρά ταύτα διακρίνεται μια μη εμπέδωση αυτής της ρητορικής, παρ όλο που η μανιακή στοχοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ ότι είναι “τρομοκράτες” δεν έχει κοπάσει. Η θεωρεία των δύο άκρων αποσκοπεί στο να "καταπιεί" ο ελληνικός λαός τα νέα μέτρα και τους εφαρμοστικούς νόμους του μνημονίου, παρουσιάζοντας τα, ότι πηγάζουν από την δύναμη εκείνη που δεν είναι επικίνδυνη για την οικονομία. Με λίγα λόγια, όταν υπάρχουν άκρα σημαίνει ότι υπάρχει “μέση” ή αλλιώς ισορροπία. Ένας δημοκρατικός πολίτης ο οποίος είναι τρομοκρατημένος, βλέπει την φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής και ταυτόχρονα ακούει τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου, ότι αυτή η δράση είναι καταδικαστέα και αποτελεί το ένα άκρο, αθέμιτα αναρωτιέται ότι πρέπει να υπάρχει το άλλο. Αν το ένα άκρο είναι κακό τότε και το άλλο είναι κακό. Με αυτόν τον τρόπο στοχοποείται η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ως ακραία. Αλλά όχι στο ύφος της αντισυστημικότητας έναντι των υπόλοιπων συστημικών κομμάτων αλλά της αναξιοπιστίας και της αποδιοργάνωσης. Δεν θα είχε κανένα νόημα ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπιστεί την θέση ότι ανήκει σε άλλο σημείο της πολιτικής πυξίδας, δηλαδή στο να καταδικάσει την θεωρεία των δύο άκρων, αν γνώριζε εκ των προτέρων, ότι έχει μια κοινωνία δημοκρατική στο βάθος της που αναγνωρίζει το συστημικό από το αντισυστημικό. Το ερώτημα είναι, ότι βάση της τελευταίας δημοσκοπικής έρευνας της public issue που ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται πρώτος με +0,5%, σημαίνει ότι έχουμε δημοκρατικό κοινό; Δεν μπορούμε να απαντήσουμε εύκολα σε κάτι τέτοιο, αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι, ότι η επιχείρηση εμπέδωσης της θεωρίας απέτυχε αλλά δεν αντέστρεψε το βέλος.
Στρατηγική της έντασης και του αντιπερισπασμού
Η ένταση δημιουργείται όταν δεν υπάρχει κοινωνική ομαλότητα. Σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, συνεπώς οξυμένης ταξικής πάλης, το να λέγαμε ότι υπήρξε ομαλότητα πριν το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα είναι λάθος. Μπορούμε όμως να πούμε ότι υπάρχει συγκεκριμένη βλέψη ώστε να εντείνεται αυτή η ένταση. Πέραν δηλαδή των αναμενόμενων διαχρονικών εντάσεων, αφενός η κρίση κλιμακώνει αντιδράσεις, αφετέρου η κυβέρνηση διαπράττει την παρακρατική της ιδιότητα. Μεταφράζοντας κάθε αντίδραση ως τρομοκρατική ενέργεια, αλλάζοντας στην ουσία τον ρόλο του θύτη και του θύματος. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν ειδήμων πολιτικοί ώστε να πουν άμεσα, ότι “αυτό” το γκαζάκι είναι τρομοκρατία. Υπάρχει η δικαστική εξουσία και η κοινωνία. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε σαν πολίτες βλέποντας εγκληματικές ενέργειες είναι να δούμε αν και κατά πόσο είναι δίκαιες. Που σημαίνει ότι ακόμα και μια δικαστική απόφαση, ή ένας νόμος του κράτους, αποφανθεί νόμιμος αλλά άδικος, η κοινωνία πρέπει να επέμβει. Συνεπώς το ζητούμενο είναι να αξιολογήσει η κοινωνία κατά πόσο ωφελούν τα προβλήματα της οι κατά περιπτώσεις “τρομοκρατικές” ενέργειες.
Για παράδειγμα η βόμβα στο mall δεν ήταν θετική ενέργεια, (ανεξάρτητα με τι κριτήρια έγινε) αλλά ήταν μια κίνηση που όσο παράδοξο και να διαβαστεί επιδίωκε την “ομαλότητα” μέσω της “έντασης”. Ομαλότητα αυτή τη στιγμή για την κυβέρνηση είναι να δημιουργείται ένταση ώστε να κρυφτούν οι ανάγκες της κοινωνίας και οι πραγματικοί ένοχοι και ταυτόχρονα να επέμβουν ως θυσιασώστες της κοινωνικής γαλήνης λαμβάνοντας τα εύσημα της κοινής γνώμης. Η κυβέρνηση διάλεξε να μην έχει ομαλό βίο, αλλά να συγκρουστεί με την δημοκρατία. Αυτό δεν είναι μια αφέλεια της στιγμής, αλλά μέσω της σύγκρουσης επιδιώκει να διευρύνει τον βίο της, χτυπώντας τον άλλο πόλο (της αριστεράς) και εκμηδενίζοντας τον αντίπαλο, αντί μιας πολιτικής Παπαδήμου.
Νόμος και τάξη
Ο νόμος και η τάξη δεν είναι σίγουρα αμερικάνικη αστυνομική δραματική σειρά αλλά η σύγχρονη – σκουριασμένη πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης. Εκεί που οι ίδιοι δημιουργούν την ένταση έρχονται μετά να την καταστείλουν με αστυνομικό τρόπο. Βέβαια όσο και να επικαλείται η κυβέρνηση ότι υπερασπίζεται τον νόμο και όσο και να επιμένω ότι ο νόμος δεν εξυπηρετεί την δικαιοσύνη, τόσο η κυβέρνηση έρχεται να διαψεύσει τα λεγόμενα της και τα δικά μου. Γιατί πρώτον είναι παράνομη και δεύτερον είναι και δίκαιη.
1)Προσπάθησαν να σπάσουν πολλές καταλήψεις χωρίς να έχουν τα απαραίτητα έννομα κριτήρια και ποινικά ευρήματα. Πραγματοποιώντας αστυνομική επίθεση στην κατειλημμένη δημοτική αγορά κυψέλης πέρυσι, όταν δεν υπήρχε εισαγγελική απόφαση. Επιπλέον επιχείρησαν να σπάσουν την κατάληψη της Λέλα Καραγιάννη, της Σκαραμαγκά που επίσης δεν υπήρχε καταγγελία, πλην της κατάληψης Βίλα Αμαλίας. Σημαντική παράνομη ενέργεια είναι η πολιτική επιστράτευση στους απεργούς του μετρό και στους ναυτεργάτες. Το νομικό αυτό διάταγμα καθορίζει πως γίνεται επίταξη των εργαζομένων, αλλά μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις όπως είναι, κίνδυνος δημόσιας υγείας, θεομηνίας και άλλες καταστροφές. Στην περίπτωση της απεργίας των εργαζομένων του μετρό, ακόμα και αυτός ο χουντικής προελεύσεως νόμος δεν τηρείται.
2)Είναι όμως και δίκαιη γιατί ακριβώς είναι ιδιοτελής και επιλεκτική κάτω από το πρίσμα των κυρίαρχων δυνάμεων πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Γιατί πολύ απλά δικαιώνει την αστική τάξη, έναντι των εργαζομένων. Οι καταλήψεις είναι κατά κύριο λόγο αντιεμπορευματικές άρα ανταγωνιστικές προς την ελεύθερη αγορά και ταυτόχρονα τα ριζοσπαστικά πολιτικά χαρακτηριστικά της είναι μια εν δυνάμει απειλή για τους από πάνω.
Καταστολή και Δεξιά ηγεμονία
Η καταστολή σε όλα τα επίπεδα είναι εμφανής και δικαιολογείται βάση των παραπάνω. Οι αντιδράσεις και οι συνδικαλιστικές ελευθερίες αποτελούν μονάδες αντίστασης των εργαζομένων που οφείλονται να παταχθούν, για να εφαρμοσθούν τα προγράμματα των δανειστών. Φτάνουν στο σημείο να πουν πως η ανάκαμψη δεν επιτυγχάνεται επειδή γίνονται απεργίες και ρίχνουν την ευθύνη στους εργαζόμενους των 586 ευρώ και στους 1.5 εκ. ανέργους.
Αυτή η πολιτική όμως είναι πιο αναβαθμισμένη. Εκμεταλλευόμενη την κρίση προσπαθεί ο νεοφιλελευθερισμός να βγει δυνατός, ή καλύτερα να αποδυναμώσει τόσο τις άλλες μορφές πολιτικής και να παίζει χωρίς αντίπαλο.
Το “δόγμα του σοκ”, δηλαδή η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και των κοινωνικών παροχών, έχει μπει σε μια τροχιά πλεύσης ενώ το επόμενο πεδίο που είναι ο συνδικαλισμός επιλέγεται τώρα. Μπορεί να αποσύρθηκε προς στιγμή η σκέψη από το υπουργείο εργασίας για τροποποίηση του νόμου περί απεργιών αλλά τίποτα δεν εξασφαλίζει ότι κάτι τέτοιο δεν θα εμφανιστεί και ίσως πιο σκληρά αργότερα.
Αυτή η επιλογή αποκαλύπτει και την δεξιά ηγεμονία που θέλει να έχει στον τόπο η ΝΔ ή μάλλον η κυρίαρχη ελιτ. Εφόσον γνωρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους, τον ορίζουν ως εχθρό. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η αριστερά των κινημάτων και των αντιστάσεων που φοβούνται, αυτό που πρέπει να κάνουν είναι να επιλέξουν ένα κόμμα της δεξιάς να παράξει έργο. Τέτοιο που θα είναι ικανό να διαλύσει την κοινωνία και την ριζοσπαστικοποίηση της. Διαλύοντας την κοινωνία, προσδοκούν στην μην εκπλήρωση του κυβερνητικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ όταν αναλάβει την διακυβέρνηση, να κριθεί αναξιόπιστος και να καρατομηθεί συνολικά η αριστερά για τα επόμενα χρόνια, να μεταφραστεί ως ανίκανη για να αντιμετωπίσει την κρίση.
Ακόμα όμως και στην εφαρμογή αυτών που επιδιώκουμε σαν ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ όταν και αν αναλάβουμε την διακυβέρνηση της χώρας, ο δρόμος δεν θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Την εξουσία δεν θα την έχει ο λαός, τα μέσα χειραγώγησης, τα επιτελεία και χαλκεία του πολιτικού κατεστημένου θα συκοφαντούν και θα πολεμούν τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι όπως τώρα, αλλά ακόμα πιο βάρβαρα. Αυτή η εκτίμηση δεν πρέπει να μας φοβίζει αλλά να μας πεισμώνει....
Χ.Σ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου